Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Bronson


Σκηνοθεσία: Nicolas Winding Refn
Πρωταγωνιστές: Tom Hardy
Έτος: 2010
Διάρκεια: 92΄

Το ζουμί: Η ταινία αυτή αποτελεί την αληθινή ιστορία του Michael Peterson γνωστού με το όνομα Charles Bronson (ως alter ego). Όπως ο ίδιος δηλώνει από πάντα ήθελε να γίνει διάσημος και γι αυτό σε νεαρή ηλικία προσπαθεί να ληστέψει ένα ταχυδρομείο αλλά συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε εφτά χρόνια φυλακής. Αυτά τα εφτά χρόνια πολλαπλασιάστηκαν και μετατράπηκαν σε 34 από τα οποία τα 30 τα πέρασε μέσα στην απομόνωση. Πώς το κατάφερε αυτό; Με το να μετατραπεί στο βιαιότερο και πιο επικίνδυνο κατάδικο σε βρετανικές φυλακές.

Λίγα λόγια για το έργο: Πρόκειται για μια πολύ ωραία ταινία που όμως έχει αρκετές ιδιομορφίες και για αυτό σίγουρα δε θα εκτιμηθεί από όλους και θα αρέσει σε ακόμα λιγότερους. Αυτό συνέβη ακόμα και σε μένα. Πρέπει να ομολογήσω ότι μου άφησε μια περίεργη γεύση όταν τελείωσε. Ούτε καλή ούτε κακή. Απλά περίεργη. Αυτό, όμως, που συνειδητοποίησα ήταν ότι για αρκετές μέρες μετά συνέχιζα να τη φέρνω στη σκέψη μου και να προσπαθώ μανιωδώς να πείσω τον εαυτό μου να αποσαφηνίσει τη γνώμη του. Τότε κατάλαβα πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει κι ότι τελικά η εντύπωση αυτή ήταν θετική.
            Η ταινία ακολουθεί διάφορα στιγμιότυπα στη ζωή ενός ασήμαντου αρχικά ανθρώπου στην προσπάθειά του να γίνει απ’ το τίποτα διάσημος για οποιοδήποτε λόγο και χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε μέσα ήταν διαθέσιμα. Η εμμονή με αυτό τον στόχο και το οξύθυμο του χαρακτήρα του τον οδηγούν γρήγορα, στα 18 του μόλις χρόνια, στη φυλακή. Εκεί βρίσκει την ευκαιρία να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Μπλέκει συνεχώς σε καυγάδες, πρωτοστατεί σε ξεσηκωμούς των φυλακισμένων ενώ το αγαπημένο του χόμπι είναι να επιτίθεται εναντίον φυλάκων. Αυτό τον οδηγεί σε συνεχή αύξηση της ποινής του, πράγμα που δε φαίνεται να τον επηρεάζει και πολύ μιας και βλέπει τη φυλακή ως ξενοδοχείο μέσα στο οποίο είναι ελεύθερος να κάνει ό, τι επιθυμεί, οδηγώντας τον στην επανάληψη των προηγούμενων συμβάντων.
            Και ποιο το ενδιαφέρον να δει κανείς την ταινία; Η αλήθεια είναι πως η υπόθεση δε θα διέφερε πολύ από μια ταινία του Ζαν Κλωντ Βαν Νταμ. Κι όμως αν δείτε την ταινία θα καταλάβετε πόσο ειρωνικό ήταν αυτό το σχόλιο. Η ταινία εισχωρεί αρκετά στο σκεπτικό του Bronson. Παρότι αφηγητής της ταινίας είναι ο ίδιος ο Bronson, δεν καταφέρνει να φτάσει στον πυρήνα του αν και νομίζω ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός της. Τον παρουσιάζει όσο αναλυτικότερα μπορεί με βάση τις πληροφορίες που θα αποκόμιζε ένας εξωτερικός παρατηρητής. Γι αυτό και αφήνει αναπάντητα ίσως κάποια ερωτήματα σχετικά με την κεντρική περσόνα και την απρόβλεπτη συμπεριφορά της. Η σκηνοθεσία της ταινίας όμως την καθιστά πολύ ενδιαφέρουσα στην παρακολούθησή της. Βάζοντας αρκετές φορές το θεατή ην καρέκλα του θεάτρου με τον πρωταγωνιστή στο ρόλο του αφηγητή προσφέρεται απευθείας σύνδεση με τη σκέψη του. Επίσης υπάρχουν αρκετά κωμικά στοιχεία στην ταινία πράγμα που λειτουργούν νομίζω και θετικά και αρνητικά (ίσως λίγο πιο πολύ αρνητικά). Απ τη μια πλευρά βοηθάνε στο να ελαφρύνουν λίγο το βίαιο και αψυχολόγητο πολλές φορές κλίμα που επικρατεί. Απ την άλλη τα κωμικά στοιχεία συμβάλλουν στο να δει με περισσότερη συμπόνια ο θεατής τον Bronson πράγμα που κατά τη γνώμη μου δε θα έπρεπε να συμβεί. Αποσπά την προσοχή του από το γεγονός ότι στην τελική ο πρωταγωνιστής είναι ένας καθαρά ΚΑΚΟΣ άνθρωπος. Πραγματικά, όταν παρουσιάζει το παρελθόν του ο ίδιος παραδέχεται ότι η ανατροφή του ήταν καλή, από τίμιους γονείς χωρίς να αφήνεται το παραμικρό υπονοούμενο για κάποιου είδους κακοποίηση που θα δικαιολογούσε εν μέρει την τάση του προς τη βία. Ούτε όμως κατηγορεί κακές παρέες ή συγκεκριμένα περιστατικά που θα τον στιγμάτιζαν. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η βίαιη αυτή συμπεριφορά είναι έμφυτη και έχοντας σώας τας φρένας αποτελεί μια προσωπική του επιλογή. Η ταινία όμως δε μοιάζει να θέλει να πάρει θέση εναντίον του, απλά να παραμείνει αμέτοχη ή ακόμα και να τον επαινεί για τις αρτιστικές του ικανότητες.
            Το μεγαλύτερο όμως ατού της ταινίας είναι άλλο. Είναι η καταπληκτική ερμηνεία του Tom Hardy που, αν και νέος ακόμα, θα έλεγα ότι έδωσε ήδη την ερμηνεία της καριέρας του. Κάνει εξαιρετική δουλειά στο ρόλο του βίαιου, αντικοινωνικού και οξύθυμου κατάδικου που η διάθεσή του αλλάζει τόσο εύκολα ώστε να σε κάνει να αμφιβάλλεις για το αν είναι ικανός να συμπαθήσει κάποιον ή ακόμα κι αν είναι παρανοϊκός. Βαθειά, ρεαλιστική και κυρίως δυναμική, η εμφάνισή του κατακλύζει την οθόνη και παίρνει με άνεση την υπόθεση στην πλάτη του αφού δεν υπάρχουν και άλλοι χαρακτήρες που να εμφανίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Χωρίς να ζορίζεται πολύ και με το να φαίνεται ότι το διασκεδάζει νομίζω ότι θα μπορούσα να φτάσω στο σημείο και να χαρακτηρίσω τον Hardy ακόμα και ως τρομακτικά καλό.
Ακόμα κι αν η ταινία δεν αρέσει σε κάποιους, η ερμηνεία του Hardy θα έπρεπε αναμφίβολα να μετρήσει σαν ελαφρυντικό στοιχείο!

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

The full monty


Οι άνδρες με τα όλα τους

Σκηνοθεσία: Peter Cattaneo
Πρωταγωνιστές: Robert Carlyle, Mark Addy, Tom Wilkinson
Έτος: 1997
Διάρκεια: 91’

Το ζουμί: Έξι εργάτες που έμειναν άνεργοι αφού έκλεισε το χαλυβουργείο στο οποίο δούλευαν προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα ψάχνοντας δουλειά και αποφασίζουν να στήσουν ένα σόου στριπτίζ για τις γυναίκες της πόλης. Κανείς όμως δεν έχει ιδέα τι πρέπει να κάνουν ενώ για να προσελκύσουν κόσμο διαδίδουν ότι στο σόου θα τα πετάξουν όλα (full monty)…



Λίγα λόγια για το έργο: Η ταινία αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα σύγχρονου βρετανικού κινηματογράφου καθώς και ένα σταθμό στην ιστορία του, τουλάχιστον όσον αφορά το εμπορικό κομμάτι αφού είναι (αν όχι η εμπορικότερη) μία από τις εμπορικότερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών.
 Η ταινία σε κερδίζει απ’ την αρχή. Εξιστορεί τον καθημερινό αγώνα έξι ανθρώπων που μετά τη σιγουριά της εργασίας τους στα χαλυβουργεία της πόλης Sheffield βρέθηκαν στην αντίπερα όχθη. Άνεργοι, με τα έξοδα να συνεχίζονται, τα προβλήματα να αυξάνονται και να μη φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ. Και όλα αυτά αρχίζουν να επηρεάζουν φυσικά την προσωπικότητά τους και τις σχέσεις τους με τους γύρω τους. Απελπισμένοι καθώς είναι, έρχεται στους δύο πρωταγωνιστές η ιδέα ενός σόου στριπτίζ. Βρισκόμενοι σε απελπιστική κατάσταση προσαρμόζουν την αξιοπρέπειά τους σε νέα, χαμηλότερα επίπεδα και μέσω ενός καστινγκ καταλήγουν σε μία παρέα έξι ατόμων. Με τη δυσκολία ότι οι περισσότεροι δεν έχουν ιδέα από χορό δίνουν το ρόλο του δασκάλου σε αυτόν με τις περισσότερες γνώσεις επί του θέματος και ξεκινούν να μαγέψουν το γυναικείο πληθυσμό!
Ένας λόγος που η ταινία είναι τόσο αληθινή και πετυχημένη είναι η αμεσότητα των χαρακτήρων. Τύποι όλων των ηλικιών, χρωμάτων και μεγεθών. Όχι ιδιαίτερα ελκυστικοί εμφανισιακά αλλά φιλότιμοι και συνηθισμένοι. Σαν αυτόν που θα δεις στο δρόμο και θα τον ξεχάσεις αμέσως μετά. Τα προβλήματά τους δεν είναι εξωπραγματικά και προβλήματα που θα είχε ο νεοϋορκέζος που θέλει να πουλήσει μούρη ή ο πλούσιος που προσπαθεί να αποδείξει στον κόσμο ότι δε τον ενδιαφέρουν τα λεφτά ή ο τύπου «τσακ νόρις» αστυνομικός που θέλει απεγνωσμένα να καθαρίσει την πόλη από τα καθάρματα. Είναι τα προβλήματα που έχει ο κάθε άνθρωπος, σε κάθε σημείο του πλανήτη που δεν έχει δουλειά. Να φροντίσει την οικογένειά του,  να πληρώσει τις δόσεις του δανείου του, να προσπαθήσει να αναθρέψει το παιδί του. Έτσι η ταινία αναπτύσσει τους χαρακτήρες της, τουλάχιστον τους περισσότερους και τους δίνει αρκετό βάθος. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι πολύ ζεστές και αληθινές. Ο Robert Carlyle είναι συγκινητικός στο ρόλο του πατέρα που, αν και λίγο λαμόγιο, προσπαθεί να βρει χρήματα για να διεκδικήσει την από κοινού κηδεμονία του γιου του. Επίσης ο Mark Addy ως ο κολλητός του Carlyle που έχει κόμπλεξ με την εξωτερική του εμφάνιση κι η κατάστασή του δημιουργεί προβλήματα στο γάμο του κι ο Tom Wilkinson στο ρόλο του συζύγου που κρατά κρυφό απ’ τη γυναίκα του ότι είναι άνεργος.
Βλέποντας όσα έχω γράψει παραπάνω πρόσεξα κάτι. Με τον τρόπο που την περιέγραψα η ταινία μοιάζει αρκετά με δραματική ή έστω κοινωνική. Παρόλα αυτά, για όσους δεν ξέρουν, η ταινία αποτελεί ΚΩΜΩΔΙΑ! Και μάλιστα πολύ αστεία. Αυτό νομίζω ότι αποτελεί και το κερασάκι στην τούρτα. Το γεγονός δηλαδή ότι καταφέρνει να ταιριάξει πολύ πετυχημένα τις συγκινητικές και τις αστείες στιγμές, με τις δεύτερες να υπερτερούν σε ένταση και αριθμό, και να δημιουργήσει μια ανθρώπινη κωμωδία που δε μοιάζει να βιάζεται να παράξει αστείες στιγμές για να γελάσουμε αλλά φαίνεται να περιγράφει μια κατάσταση που υπήρχε εκεί και ήταν αρκετά αστεία από μόνη της ώστε να προκαλέσει το γέλιο σε όποιον την παρακολουθούσε. Και για να φανώ λίγο ακόμα ενθουσιώδης (γιατί νομίζω ότι το χρωστάω) υπάρχουν αρκετές στιγμές που θα τις θυμάσαι μετά και  θα γελάς μόνος σου.
Μια ταινία που αφηγείται την κωμική πλευρά του πού θα μπορούσε να φτάσει κάποιος για να βρει δουλειά και χρήματα (στον αντίποδα ίσως να κινείται το Le couperet του Κώστα Γαβρά). Δείτε την και περάστε την ώρα σας ευχάριστα και ψυχαγωγικά.

Αγαπημένη σκηνή: Εκεί που, ενώ έχουν ξεκινήσει τις πρόβες, περιμένουν κάποια στιγμή στην ουρά στο γραφείο εύρεσης εργασίας, ακούγεται το Hot stuff της Donna Summer και όλοι θυμούνται τις κινήσεις τους! Όσοι έχετε δει την ταινία λογικά θα θυμάστε αυτή τη σκηνή και θα γελάτε ήδη. Όσοι δεν την έχετε δει θα καταλάβετε τι εννοώ…