Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Red, white and blue



Σκηνοθεσία: Simon Rumley   
Πρωταγωνιστές: Amanda Fuller, Noah Taylor, Marc Senter
Διάρκεια: 104’
Έτος: 2010


Το ζουμί: Οι ζωές τριών ανθρώπων που διασταυρώνονται, μιας νυμφομανούς, ενός νεαρού που φροντίζει την άρρωστη μητέρα του και ενός λιγομίλητου, μυστηριώδους ξένου.


Λίγα λόγια για το έργο: To "Red, white and blue" είναι μια ταινία του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου που τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει  να παίρνει τα πάνω του και καλά κάνει. Η συγκεκριμένη ταινία είναι λίγο περίεργη. Γιατί; Γιατί αποτελεί μια μίξη ειδών που δεν ταιριάζουν εύκολα μεταξύ τους. Γι’ αυτό το λόγο είναι και λίγο δύσκολο να χαρακτηριστεί η ταινία. Θα την έλεγες λίγο από κοινωνική και λίγο από θρίλερ με σπλάτερ εξάρσεις. Ε, δεν ακούγεται περίεργο αυτό;
Η Erica (Amanda Fuller) είναι μια κοπέλα αρκετά … χαλαρών ηθών. Πηγαίνει κάθε βράδυ με άλλον άντρα αλλά δε μοιάζει να απολαμβάνει τη ζωή της και ούτε καν τις σχέσεις της με τους άλλους. Όταν χάνει τη δουλειά της ως καθαρίστρια, βρίσκει με τη βοήθεια του γείτονά της Nate (Noah Taylor) μια καινούρια. Ο Nate είναι λίγο μυστήριος. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για το παρελθόν του και φαίνεται να είναι ακόμα πιο απομακρυσμένος από τους ανθρώπους απ’ ότι η Erica
Με τους χαρακτήρες τους να βρίσκουν κοινό έδαφος για επικοινωνία ξεκινάει μια φιλία μεταξύ τους, ζεστή και αμοιβαία προστατευτική. Στη συνέχεια εξελίσσεται η ιστορία του Frankie (Marc Senter). Ο Frankie είναι ένας νεαρός που περνάει τις μέρες του με τους φίλους του, παίζοντας στο συγκρότημα που έχουν φτιάξει και πηγαίνοντας σε μπαρ. Κι ενώ φαίνεται να είναι ψιλοloser, στην πραγματικότητα κάνει πολύ περισσότερα απ’ το να χαλάει άσκοπα το χρόνο του. Φροντίζει τη μητέρα του που πάσχει από καρκίνο και είναι κατάκοιτη στο κρεβάτι συνεχώς.
Η ταινία προχωράει μέχρι εδώ σχετικά ομαλά, παρουσιάζοντας τον τρόπο ζωής των παραπάνω χαρακτήρων. Ιδιαίτερα αναπτύσσονται οι χαρακτήρες της Erica και του Frankie (ειδικά στο σύνολο της ταινίας) αφήνοντας το κοινό σκόπιμα στο σκοτάδι όσον αφορά τον Nate. Η Erica, ενώ έρχεται σε συχνή επαφή με άλλους άντρες, δε συνδέεται ποτέ συναισθηματικά με κανέναν (άντρα και μη), φροντίζοντας να κρατάει σκοπίμως τους πάντες σε απόσταση. Φαίνεται να διακατέχεται από μια συνεχή θλίψη και μελαγχολία ενώ ταυτόχρονα κάτι απ’ το παρελθόν μοιάζει να την κρατάει πίσω. Ο Frankie απ’ την άλλη φαίνεται να κερδίζει ευκολότερα τη συμπάθεια του θεατή. Απλοϊκός χαρακτήρας, αλλά με την αφοσίωση προς τη μητέρα του και την εντατική φροντίδα που της παρέχει, δείχνει μια συγκινητική ευαισθησία. Ο Nate μοιάζει να παρακολουθεί όσα γίνονται γύρω του με μια φαινομενική ηρεμία. Όσο ήρεμο είναι βέβαια ένα δεμένο σκυλί, που το πειράζουν κι όταν κοπεί το λουρί αυτό ορμάει.
Κάπου εκεί τα πράγματα αλλάζουν. Μισή ώρα, περίπου, πριν το τέλος η ταινία κάνει παίρνει μια μεγάλη σεναριακή και σκηνοθετική στροφή. Κι όταν λέω για στροφή εννοώ 180 μοίρες με χειρόφρενο. Εδώ η ταινία παίρνει τη μορφή ταινίας τρόμου, τρόμου πραγματικού και ακραίου. Σε αυτό το τρίτο, κατ’ εμέ, και τελευταίο μέρος (με τη ζωή της Erica και του Frankie να είναι τα δύο πρώτα), αποκαλύπτεται, νομίζω, και ένα μεγάλο μέρος του νοήματος της ταινίας. Αυτό είναι ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεφύγουν απ’ το παρελθόν τους και ακόμα περισσότερο ότι κάθε πράξη έχει και συνέπειες.
Αν δε σας θυμίζει κάτι ο τυπάς, θυμηθείτε, αν έχετε δει, τον
πατέρα του Τσάρλι απ'το Τσάρλι και το εργοστάσιο
σοκολάτας. Σοκ?!!
Και οι συνέπειες μπορεί να είναι τρομαχτικές. Εν προκειμένω πέρα από τρομακτικές είναι και εξαιρετικά βίαιες. Υπό τους ασυνάρτητους ήχους ενός πιάνου, που ενισχύουν την ένταση των εικόνων, γινόμαστε μάρτυρες του τι μπορεί να προκαλέσει η πικρία, η ψυχολογική πίεση, τα τραύματα αλλά και η τρέλα που έχει μέσα του κάθε άνθρωπος.
Σε όλη την ταινία παίζεται ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού, εν αγνοία των παικτών. Οι χαρακτήρες εναλλάσσονται στους ρόλους του θύτη και του θύματος. Ο καθένας επηρεάζει τους άλλους, άμεσα ή έμμεσα, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις που μπορεί να γυρίσουν σαν μπούμερανγκ (παρ’ ότι πιασάρικη έκφραση, το μπούμερανγκ στην πραγματικότητα δε γυρίζει σ’ αυτόν που το πετάει) πίσω στους ίδιους.
Ένα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ταινίας αφορά το τεχνικό μέρος και συγκεκριμένα το μοντάζ. Οι περισσότερες σκηνές της ταινίας είναι πολύ μικρές και κοφτές. Μιλάω για εναλλαγή σκηνών κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Με το ζόρι βρήκα μία πάνω από 25 περίπου δευτερόλεπτα. Αν και έτσι εξελίσσεται γρηγορότερα η δράση,  ενδεχομένως να κουράσει κάποιους. Προσωπικά μετά από λίγο το συνήθισα και δε με πείραξε καθόλου.
Το "Red, white and blue", λοιπόν, είναι μια λίγο ιδιόμορφη ταινία που δε θα αρέσει σε όλους, μιας και είναι πιθανό, σε όσους αρέσει το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, να τους χαλάσει το τελευταίο και αντίστροφα. Θίγει, ελαφρώς, κάποια θέματα για τα οποία δυστυχώς δεν μπορώ να πω τίποτα γιατί θα χαλάσω μερικές ανατροπές. Αν θέλετε να το δοκιμάσετε καλό είναι να έχετε στο μυαλό σας περί τίνος πρόκειται.

Fun fact: Χωρίς να είμαι σίγουρος, ο τίτλος της ταινίας νομίζω ότι αναφέρεται στα χρώματα της σημαίας του Τέξας, όπου και εκτυλίσσεται η ταινία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου